Η ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΚΟΠΙΑΝΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

ΕΠΙΒΙΩΣΗ Ή ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ - ΤΙ ΣΥΜΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ;

Δρ Κωνσταντίνος Γρίβας
(Ειδικός σε θέματα γεωπολιτικής ανάλυσης και πολεμικής τεχνολογίας. Διδάσκει στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο)

Copyright: Grivas Konstantinos on line

Η γεωπολιτική πρόκληση που συνεπάγεται για τη χώρα μας η αδιάλλακτη στάση των Σκοπίων στη «συνταγματική τους ονομασία» έχει μια σχιζοφρενική, κατά κάποιον τρόπο, διάσταση. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην ύπαρξη «γεωπολιτικίζοντων» απόψεων σε ισχυρούς κύκλους εξουσίας στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις οποίες η ύπαρξη των Σκοπίων «μας συμφέρει». Η αντίληψη αυτή βασίζεται στο αξίωμα ότι ένας ασήμαντος εχθρός είναι συνήθως προτιμότερος για γείτονας από έναν ισχυρό φίλο, αφού ο φίλος μπορεί πολύ πιο εύκολα να γίνει εχθρός από ότι ο ανίσχυρος να μεταβληθεί σε ισχυρό. Πράγματι, με τη λογική αυτή τα Σκόπια είναι ο ιδανικός γείτονας, μιας και τα μεγέθη αλλά και οι εσωτερικές τους αντιφάσεις δεν τους επιτρέπουν ούτε τώρα ούτε στο μέλλον να απειλήσουν σοβαρά την Ελλάδα.

Αντιθέτως, τυχόν διάλυση τους και διαμερισμός των εδαφών τους μεταξύ Αλβανίας και Βουλγαρίας θα επέφερε τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας», με ότι αυτό θα σήμαινε για το φούντωμα του αλβανικού επεκτατισμού, ενώ θα δρομολογούσε πιθανώς και επεκτατικά αντανακλαστικά στη Βουλγαρία. Ακόμη και αν περιοριστούμε στην καθαρά στρατιωτική διάσταση παρόμοιας εξέλιξης, το μεγάλο ανάπτυγμα των ελληνοβουλγαρικών συνόρων που θα προέκυπτε και το μικρό βάθος των ελληνικών εδαφών στη Μακεδονία και τη Θράκη, θα προκαλούσε μεγάλα προβλήματα στον αμυντικό σχεδιασμό της χώρας μας. Δεδομένου δε ότι μέχρι το πολύ κοντινό παρελθόν η Βουλγαρία αποτελούσε παραδοσιακό εχθρό της Ελλάδας, ενώ ο απόλυτος στρατηγικός στόχος της Σόφιας ήταν η έξοδος στο Αιγαίο, παρόμοια εξέλιξη δεν προοιωνίζει τίποτε καλό.

Ακόμη όμως και στην περίπτωση που τα Σκόπια απορροφούνταν από τη φίλη Σερβία και τότε είναι πιθανόν να προέκυπταν έντονες γεωπολιτικές «τριβές» αναφορικά με την έξοδό της στη θάλασσα, όπως είχε συμβεί στο παρελθόν. Άρα, με τη λογική αυτή, τα Σκόπια αποτελούν έναν εξαιρετικό αποσβεστήρα κραδασμών (buffer state) στο εκρηκτικό γεωσύστημα των Βαλκανίων και εμείς πρέπει να τα ενισχύουμε με κάθε τρόπο έτσι ώστε να αποφύγουμε την ενίσχυση παραδοσιακών μας αντιπάλων. Ακόμη και με το να προωθήσουμε την ένταξή τους στο ΝΑΤΟ, μιας και έτσι θα αναχαιτιστεί (;) το κύμα του αλβανικού εθνικισμού στο Τέτοβο και θα εξασφαλιστεί (;) η ακεραιότητα της χώρας. Η άποψη αυτή προωθείται από πολλούς εκφραστές της «σκληρής ρεαλιστικής διεθνολογικής» σκέψης στην Ελλάδα, οι οποίοι θεωρούν το θέμα του ονόματος «ασήμαντο» και «συναισθηματικά φορτισμένο».

Κατά συνέπεια, στο ζήτημα αυτό μπορούμε να υποχωρήσουμε για να εξασφαλίσουμε τα «απτά» γεωπολιτικά μας συμφέροντα, τα οποία προβλέπουν τη διατήρηση της ύπαρξης και της ενότητας των Σκοπίων! Με άλλα λόγια οι άνθρωποι αυτοί, τείνουν να μεταβληθούν σε αποφασιστικούς υποστηρικτές των Σκοπίων στο θέμα της ονομασίας, ακριβώς εξαιτίας της «κυνικής» και «πατριωτικής» τους θέασης των γεωπολιτικών δεδομένων στη γειτονιά μας! Το γεγονός αυτό το γνωρίζουν και οι ιθύνοντες των Σκοπίων και είναι ένας από τους παράγοντες που ενισχύουν την αδιάλλακτη στάση τους στο θέμα της ονομασίας. Βασίζεται όμως πράγματι σε στερεές βάσεις η άποψη αυτή; Η απάντηση του υπογράφοντος είναι ένα ξεκάθαρο όχι! Είναι μια «παλαιογεωπολιτική» άποψη που θα είχε όντως νόημα στα χρόνια πριν τους Βαλκανικούς Πολέμους όχι όμως σήμερα στο χαοτικό και πολυπαραγοντικό γεωσύστημα των Βαλκανίων.

Μια «Μεγάλη Βουλγαρία» και, πολύ περισσότερο μια «Μεγάλη Αλβανία», δεν θα ήταν πιο επικίνδυνες στρατιωτικά για την Ελλάδα από ότι είναι σήμερα. Ακόμη και από καθαρά στρατιωτικής άποψης, το μεγάλο μήκος των ελληνοβουλγαρικών συνόρων που θα προέκυπτε σε τυχόν απορρόφηση των Σκοπίων από τη Βουλγαρία, σε συνδυασμό με το μικρό βάθος του ελληνικού εδάφους μεταξύ των συνόρων και της θάλασσας, θα αποτελούσε, πράγματι, ουσιαστικό στρατιωτικό πλεονέκτημα για τη Βουλγαρία τον καιρό που οι μάχες διεξάγονταν από τεράστιες μάζες πεζών ή ιππήλατων στρατευμάτων. Αντιθέτως, σήμερα που η αεροπορική ισχύς, οι αεροκίνητες και μηχανοκίνητες δυνάμεις και τα όπλα πυροβολικού μεγάλου βεληνεκούς και υψηλής ακρίβειας, δίνουν έναν «ρευστό» χαρακτήρα στην επιχειρησιακή λειτουργία των στρατευμάτων, το δεδομένο αυτό δεν έχει τη ίδια σημασία, ενώ η ανάπτυξη οπλικών συστημάτων προσβολής χερσαίων στόχων επιτρέπει στο Αιγαίο πέλαγος να αποτελέσει αμυντική προέκταση του εδάφους της Μακεδονίας.

Έτσι λοιπόν, ενώ η απειλή που θα προέκυπτε για την Ελλάδα από την εξαφάνιση των Σκοπίων ανάγεται στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας δεν ισχύει το ίδιο και με το θέμα του ονόματος της Μακεδονίας! Σύμφωνα με την πλέον σύγχρονη αντίληψη περί γεωπολιτικής, που στην Ελλάδα εκφράζεται πρωτίστως από τον Καθηγητή Ι.Θ. Μάζη, η γεωπολιτική ταυτότητα μιας χώρας είναι μια σύνθεση ορισμένων παραγόντων οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή, δυναμική, αλληλεπιδραστική σχέση μεταξύ τους. Ορισμένοι από αυτούς είναι η γεωγραφία, η στρατιωτική ισχύς, η οικονομία, η τεχνολογία και ο πολιτισμός, ο οποίος μάλιστα αποτελεί αποτελεί θεμελιώδες γεωπολιτικό μέγεθος.

Άρα, η προσβολή μιας χώρας στο πολιτισμικό της υπόβαθρο αποτελεί πλήγμα στον σκληρό πυρήνα της γεωπολιτικής της υπόστασης και κατά συνέπεια πρόκειται για απειλή πρώτης γραμμής. Έτσι λοιπόν, η «ευαισθησία» στο όνομα των Σκοπίων δεν αποτελεί «συναισθηματική προσήλωση» αλλά υπεράσπιση ζωτικών συμφερόντων της χώρας με βάση ακριβώς μια «σκληρή» και ρεαλιστική αντίληψη περί συμφερόντων, η οποία όμως είναι προσαρμοσμένη στα δεδομένα του 21ου αιώνα και όχι των αρχών του 20ου! Με άλλα λόγια, η ατιμωτική υποχώρηση στο θέμα του ονόματος των Σκοπίων θα αποτελούσε ένα ισχυρό πλήγμα στο πολιτισμικό θεμέλιο της Ελλάδας, το οποίο θα μπορούσε να έχει δραματικές συνέπειες στο μέλλον, ενεργοποιώντας ένα φαινόμενο γεωπολιτισμικού ντόμινο, που θα απειλούσε την ίδια την υπόσταση της χώρας.

Με όλα τα παραπάνω, φυσικά, δεν εννοούμε ότι θα πρέπει να επιδιώξουμε τη διάλυση των Σκοπίων, μιας και κάτι τέτοιο θα προκαλούσε ισχυρότατους κραδασμούς στην περιοχή μας, οι οποίοι θα είχαν απροσδιόριστου μεγέθους αρνητικές συνέπειες και για τη χώρα μας. Από την άλλη, ακόμη και η πιο «μετριοπαθής» πολιτική ηγεσία, στο πλαίσιο μιας επιδέξιας διπλωματικής στρατηγικής, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να αξιοποιήσει την αδιαφορία» μας για το μέλλον τους ως παράγοντα πίεσης για να προκύψει ένας λογικός συμβιβασμός στο θέμα του ονόματος...